jacked

en
el
Change language
Translating...
μυώδης, γυμνασμένος, ενθουσιασμένος, υπερβολικά ενεργός, έκλεψε
Βρείτε γλώσσα
English
English
עברית
Hebrew
Français
French
Español
Spanish
Deutsch
German
/dʒækt/
Add to My Dictionary
In My Dictionary
+1
Περιγράφει ένα πολύ μυώδες σώμα, μια έντονη κατάσταση ενθουσιασμού, μια κλοπή ή τη δράση του ανυψώματος κάποιου αντικειμένου με γερανό.

Παραδείγματα

  • He was jacked after hearing the news of his promotion.
    Ήταν ενθουσιασμένος μετά το νέο για την προαγωγή του.
  • She felt jacked during the late‑night gaming session.
    Αισθανόταν ενθουσιασμένη κατά τη νυχτερινή συνεδρία παιχνιδιών.
  • The mechanic jacked the car up to change the tire.
    Ο μηχανικός ανέβηκε το αυτοκίνητο για να αλλάξει το ελαστικό.
  • After the accident, the ambulance jacked the stretcher into the truck.
    Μετά το ατύχημα, η ασθενοφόρο ανέβηκε το φορείο στο φορτηγό.
  • Someone jacked the new iPhone from the store.
    Κάποιος έκλεψε το νέο iPhone από το κατάστημα.

Παρόμοιες λέξεις

hyper
boosted
strong
nicked
stole
snatched
hyped
ripped
raised
muscular

Σημασίες

Πολύ μυώδης

adjective
sports
informal
Έχει πολύ μεγάλη, καλά ορισμένη και εντυπωσιακή μυϊκή δομή, συχνά ως αποτέλεσμα εντατικής προπόνησης με βάρη.

Χρήση

Χρησιμοποιήστε jacked για να περιγράψετε άτομο με έντονα ανεπτυγμένη μυϊκή φυσική.

Παραδείγματα

  • After months of training, Mark looks jacked in his new tank top.
    Μετά από μήνες προπόνησης, ο Μάρκος φαίνεται μυώδης στο νέο του μπλουζάκι.
  • The bodybuilder's arms were so jacked they seemed to bulge out of his sleeves.
    Τα χέρια του μαστοφόρου ήταν τόσο μυώδη που έδειχναν να βγαίνουν από τις μανίκες του.
  • Fans cheered as the jacked athlete entered the arena.
    Οι οπαδοί ζητωκραύγασαν όταν ο μυώδης αθλητής μπήκε στην αρένα.
  • She admired his jacked physique during the gym session.
    Παρατήρησε το μυώδη σώμα του κατά τη συνεδρία στο γυμναστήριο.
  • Even without a gym, his jacked frame was evident.
    Ακόμη και χωρίς γυμναστήριο, το μυώδες του σώμα ήταν εμφανές.
  • The photo highlighted his jacked shoulders.
    Η φωτογραφία τόνισε τους μυώδεις ώμους του.

Συνηθισμένα λάθη

Συχνά το «jacked» χρησιμοποιείται σε μη‑μυϊκό πλαίσιο ή ως ουσιαστικό.
IncorrectCorrect
He felt jacked after the conference. He felt jacked after the workout.
The jacked of the bike was broken. The jack of the bike was broken.
She jacked the weights. She lifted the weights.

Παρόμοιες λέξεις

Πολύ ενθουσιασμένος

adjective
everyday
informal
Αισθάνεται εξαιρετικά ενεργητικός ή διεγερμένος, συχνά λόγω διεγερτικού όπως η καφεΐνη, τα ναρκωτικά ή έντονος ενθουσιασμός.

Χρήση

Χρησιμοποιήστε jacked για κατάσταση υψηλής ενέργειας ή έντονης διέγερσης που προέρχεται από διεγερτικά.

Παραδείγματα

  • After three energy drinks, Jake was jacked and couldn't sit still.
    Μετά από τρία ενεργειακά ποτά, ο Τζέικ ήταν ενθουσιασμένος και δεν μπορούσε να καθίσει ήσυχα.
  • The crowd went jacked when the band started their hit song.
    Το πλήθος έγινε ενθουσιασμένο όταν το συγκρότημα άρχισε το χιτ του.
  • She felt jacked during the late‑night gaming session.
    Αισθανόταν ενθουσιασμένη κατά τη νυχτερινή συνεδρία παιχνιδιών.
  • He was jacked after hearing the news of his promotion.
    Ήταν ενθουσιασμένος μετά το νέο για την προαγωγή του.
  • The party got jacked as the DJ dropped the bass.
    Το πάρτι έγινε ενθουσιασμένο όταν ο DJ έβαλε το μπάσο.
  • Even the cat seemed jacked, darting around the room.
    Ακόμη και η γάτα φαινόταν ενθουσιασμένη, τρέχοντας γύρω από το δωμάτιο.

Συνηθισμένα λάθη

Συχνά το «jacked» συγχέεται με τη σωματική ένταση ή χρησιμοποιείται σε λάθος χρόνο.
IncorrectCorrect
I felt jacked after the concert. I felt jacked (hyper) after the concert.
She was jacked about the news. She was jacked about the news.
He jacked the party. He was jacked at the party.

Παρόμοιες λέξεις

Κλεμμένος

verb
crime
informal
Να πάρει κάτι από κάποιον χωρίς άδεια, συνήθως με βία ή κρυφή κίνηση.

Χρήση

Χρησιμοποιήστε jacked ως αόριστο του ρήματος jack όταν περιγράφετε κλοπή.

Παραδείγματα

  • The thief jacked my bike while I was at work.
    Ο κλέφτης έκλεψε το ποδήλατό μου ενώ ήμουν στη δουλειά.
  • Someone jacked the new iPhone from the store.
    Κάποιος έκλεψε το νέο iPhone από το κατάστημα.
  • He jacked the cash register during the robbery.
    Αυτός έκλεψε το ταμείο κατά τη διάρκεια της ληστείας.
  • They jacked the delivery van and escaped.
    Αυτοί έκλεψαν το φορτηγό παράδοσης και έφυγαν.
  • The gang jacked several cars in the parking lot.
    Η συμμορία έκλεψε πολλά αυτοκίνητα στο πάρκινγκ.
  • She reported that her purse was jacked.
    Αναφέρθηκε ότι το πορτοφόλι της έκλεψε.

Συνηθισμένα λάθη

Συχνά το «jacked» συγχέεται με τον ενεστώτα ή με τη σωματική έννοια.
IncorrectCorrect
He jacks the bike yesterday. He jacked the bike yesterday.
She is jacked the wallet. She jacked the wallet.
They jacked the car last night. They jacked the car last night.

Παρόμοιες λέξεις

Ανυψωμένος

verb
technology
neutral
Να σηκώσει ή να αυξήσει κάτι, ειδικά χρησιμοποιώντας γερανό ή παρόμοια συσκευή.

Χρήση

Χρησιμοποιήστε jacked όταν κάτι έχει ανυψωθεί ή σηκωθεί, συχνά με γερανό.

Παραδείγματα

  • The mechanic jacked the car up to change the tire.
    Ο μηχανικός ανέβηκε το αυτοκίνητο για να αλλάξει το ελαστικό.
  • They jacked the old house to raise it for a new foundation.
    Ανέβηκαν το παλιό σπίτι για να το υψώσουν για νέα θεμέλια.
  • We jacked the platform to reach the higher level.
    Ανέβησαμε την πλατφόρμα για να φτάσουμε στο υψηλότερο επίπεδο.
  • The crew jacked the boat onto the trailer.
    Η ομάδα ανέβηκε τη βάρκα πάνω στο τρέιλο.
  • He jacked the heavy crate onto the pallet.
    Ανέβηκε το βαρύ κιβώτιο πάνω στην παλέτα.
  • After the accident, the ambulance jacked the stretcher into the truck.
    Μετά το ατύχημα, η ασθενοφόρο ανέβηκε το φορείο στο φορτηγό.

Συνηθισμένα λάθη

Συχνά το «jacked» χρησιμοποιείται για τη σωματική έννοια ή ως ουσιαστικό.
IncorrectCorrect
The car was jacked and then driven away. The car was jacked (lifted) and then driven away.
He jacked the weight onto the shelf. He jacked the weight onto the shelf.
She is jacked after the gym. She is jacked (muscular) after the gym.

Παρόμοιες λέξεις

Χρήση

Χρησιμοποιήστε jacked για μυώδη εμφάνιση, κατάσταση υψηλής ενέργειας, κλοπή ή κάτι που έχει ανυψωθεί με γερανό, ανάλογα με το πλαίσιο και το μέρος του λόγου.

Συνηθισμένα λάθη

Οι Έλληνες συχνά χρησιμοποιούν το «jacked» ως ρήμα στον ενεστώτα, π.χ. «He jacks the bike», ενώ η σωστή μορφή είναι «jacked».

Ετυμολογία

Προέρχεται από το ρήμα jack ‘να σηκώνει ή να ανυψώνει’, με την κατάληξη –ed· η σωματική έννοια εμφανίστηκε στην αμερικανική αργκό στα τέλη του 20ού αιώνα, επεκτείνοντας το ‘jacked up’ σε ένα πολύ ανεπτυγμένο σώμα.

Συχνές ερωτήσεις

Τι σημαίνει το «jacked» όταν περιγράφει το σώμα κάποιου;

Αναφέρεται σε πολύ μυώδες, καλά ορισμένο σώμα.

Μπορεί το «jacked» να χρησιμοποιηθεί για έντονη ενέργεια;

Ναι, στην αργκό σημαίνει κατάσταση υψηλής ενέργειας ή διέγερσης.

Είναι το «jacked» ο αόριστος του ρήματος «jack»;

Ναι, είναι ο αόριστος (παρελθόν) του ρήματος που σημαίνει κλοπή ή ανύψωση.

Πώς προέκυψε η σωματική έννοια του «jacked»;

Από την αμερικανική αργκό, επεκτείνοντας το «jacked up» σε μυώδες σώμα.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί το «jacked» σε επίσημο κείμενο;

Όχι, είναι ανεπίσημη αργκό, κατάλληλη για καθημερινή ομιλία.

Ποια είναι η σωστή χρήση του «jacked» ως ρήμα για κλοπή;

Χρησιμοποιείται στο παρελθόν: «He jacked the bike».

Τι σημαίνει «jacked» σε τεχνικό πλαίσιο;

Αναφέρεται στο ανύψωμα ή την άρση αντικειμένου με γερανό.

Πώς να αποφύγω τα κοινά λάθη όταν χρησιμοποιώ το «jacked»;

Μην το χρησιμοποιείτε στον ενεστώτα ή ως ουσιαστικό, και προσαρμόστε το ανάλογα με το νόημα.

Ποια είναι η ελληνική μετάφραση του «jacked» για κάθε νόημα;

Μυώδης, ενθουσιασμένος, κλεμμένος, ανυψωμένος.

Comments & contributions

Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.
Posting as a guest · Sign in
No comments yet. Be the first to add one.
Look up word or phrase...