Ένα θεμελιώδες ή υποστηρικτικό στοιχείο, που κυμαίνεται από φυσική βάση, στρατιωτική εγκατάσταση, υπολογιστική βάση δεδομένων, αθλητικό χώρο, έως έναν διαδικτυακό όρο που σημαίνει έντονη αποδοχή.
Архитектор проверил базу конструкции перед началом работ.
Ο αρχιτέκτονας έλεγξε τη βάση της κατασκευής πριν την έναρξη των εργασιών.
Мы прилетели на базу в 0600 часов.
Προσεγγίσαμε τη στρατιωτική βάση στις 06:00.
Мы укрепили базу фундамента, чтобы здание было устойчивым.
Ενισχύσαμε τη βάση του θεμελίου, ώστε το κτίριο να είναι σταθερό.
Войска отступили к базе для пополнения запасов.
Τα στρατεύματα υποχώρησαν στη στρατιωτική βάση για αναπλήρωση αποθεμάτων.
Твоя идея — просто база, брат!
Η ιδέα σου είναι απλώς based, φίλε!
Παρόμοιες λέξεις
тренировочная база
пункт
командный пункт
центр
крутой
пункт
правдивый
спортивный центр
неприкрытый
платформа
Σημασίες
Θεμέλιο ή στήριξη
noun
physical
neutral
Ένα στερεό υποκείμενο που υποστηρίζει κάτι άλλο.
Χρήση
Χρησιμοποιήστε база για φυσικό θεμέλιο ή δομή στήριξης.
Παραδείγματα
Эта база построена из бетонных блоков.
Αυτή η βάση είναι χτισμένη από τσιμεντένια μπλοκ.
Мы укрепили базу фундамента, чтобы здание было устойчивым.
Ενισχύσαμε τη βάση του θεμελίου, ώστε το κτίριο να είναι σταθερό.
Без надёжной базы проект не может начаться.
Χωρίς αξιόπιστη βάση, το έργο δεν μπορεί να ξεκινήσει.
Архитектор проверил базу конструкции перед началом работ.
Ο αρχιτέκτονας έλεγξε τη βάση της κατασκευής πριν την έναρξη των εργασιών.
Стол стоит на базе из металла.
Το τραπέζι στηρίζεται σε βάση από μέταλλο.
Новая база будет расположена в центре города.
Η νέα βάση θα τοποθετηθεί στο κέντρο της πόλης.
Συνηθισμένα λάθη
Οι Έλληνες συχνά μπερδεύουν τη σωστή κλίση και τη χρήση του όρου με άλλα ουσιαστικά όπως "верх" ή "вершина".
Incorrect
Correct
Он построил базу на песке.
Он построил фундамент на песке.
Эта база слишком высокая.
Эта основа слишком высокая.
Παρόμοιες λέξεις
основа
фундамент
подложка
опора
основание
платформа
каркас
Στρατιωτική εγκατάσταση
noun
military
neutral
Μια τοποθεσία όπου στελεχώνεται και λειτουργεί ένοπλο σώμα.
Χρήση
Χρησιμοποιήστε база όταν αναφέρεστε σε στρατιωτική εγκατάσταση ή στρατόπεδο.
Παραδείγματα
Эта база размещает несколько батальонов.
Αυτή η στρατιωτική βάση φιλοξενεί αρκετά τάγματα.
Мы прилетели на базу в 0600 часов.
Προσεγγίσαμε τη στρατιωτική βάση στις 06:00.
Командир провёл инструктаж на базе.
Ο διοικητής πραγματοποίησε εκπαίδευση στη στρατιωτική βάση.
Секретные документы хранятся в базе.
Τα μυστικά έγγραφα αποθηκεύονται στη στρατιωτική βάση.
Войска отступили к базе для пополнения запасов.
Τα στρατεύματα υποχώρησαν στη στρατιωτική βάση για αναπλήρωση αποθεμάτων.
На базе построили новые казармы.
Στη στρατιωτική βάση χτίστηκαν νέοι στρατόπεδα.
Συνηθισμένα λάθη
Οι Έλληνες συχνά χρησιμοποιούν τη λέξη για πολιτικούς χώρους ή γενικές τοποθεσίες.
Incorrect
Correct
Мы отправились в базу за продуктами.
Мы отправились в магазин за продуктами.
База была закрыта для граждан.
Военная база была закрыта для граждан.
Παρόμοιες λέξεις
казарма
гарнизон
полигон
центр
дислокация
пункт
командный пункт
Σύστημα αποθήκευσης δεδομένων
noun
technology
neutral
Μια δομημένη συλλογή δεδομένων που αποθηκεύεται ηλεκτρονικά για ανάκτηση και διαχείριση.
Χρήση
Χρησιμοποιήστε база όταν μιλάτε για μια βάση δεδομένων υπολογιστή.
Παραδείγματα
Эта база данных содержит информацию о клиентах.
Αυτή η βάση δεδομένων περιέχει πληροφορίες για πελάτες.
Мы обновляем базу каждую ночь.
Ενημερώνουμε τη βάση δεδομένων κάθε βράδυ.
Для доступа к базе нужен пароль.
Για πρόσβαση στη βάση δεδομένων απαιτείται κωδικός.
Разработчики оптимизировали запрос к базе.
Οι προγραμματιστές βελτιστοποίησαν το ερώτημα στη βάση δεδομένων.
Скопировать данные из базы в резервную копию.
Αντιγράψτε τα δεδομένα από τη βάση δεδομένων σε εφεδρικό αντίγραφο.
Администратор проверил целостность базы.
Ο διαχειριστής έλεγξε την ακεραιότητα της βάσης δεδομένων.
Συνηθισμένα λάθη
Οι Έλληνες συχνά μπερδεύουν τη λέξη με γενικές έννοιες όπως "αρχείο" ή "πρόγραμμα".
Incorrect
Correct
Я открыл базу и начал писать письмо.
Я открыл файл и начал писать письмо.
База хранит только картинки.
База данных хранит только изображения.
Παρόμοιες λέξεις
БД
хранилище
информационная система
реестр
таблица
запись
архив
Αθλητική εγκατάσταση
noun
sport
neutral
Ένας χώρος εξοπλισμένος για εκπαίδευση ή ψυχαγωγία, όπως η βάση ενός σκι-ρεσόρτ.
Χρήση
Χρησιμοποιήστε база για αθλητική ή σκι βάση όπου ξεκινούν οι δραστηριότητες.
Παραδείγματα
Мы встретились у базы курорта.
Συναντηθήκαμε στη βάση του θέρετρου.
Тренеры проводят занятия у базы спорткомплекса.
Οι προπονητές διεξάγουν μαθήματα στη βάση του αθλητικού συγκροτήματος.
После подъёма к базе лыжники отдыхали в кафе.
Μετά την ανάβαση στη βάση των σκι, οι σκιέρ ξεκουράστηκαν σε καφέ.
Снаряжение хранится в базе клуба.
Ο εξοπλισμός αποθηκεύεται στη βάση του κλαμπ.
Новая база открылась в начале сезона.
Η νέα βάση άνοιξε στην αρχή της περιόδου.
Пешие туристы используют базу как точку начала похода.
Οι πεζοπόροι χρησιμοποιούν τη βάση ως σημείο εκκίνησης της πεζοπορίας.
Συνηθισμένα λάθη
Οι Έλληνες συχνά χρησιμοποιούν τη λέξη για άλλες αθλητικές τοποθεσίες ή για το ίδιο το σκι.
Incorrect
Correct
Мы пришли к базе, но там нет снега.
Мы пришли к склону, но там нет снега.
База открывается только летом.
Тренировочный лагерь открывается только летом.
Παρόμοιες λέξεις
тренировочная база
спортивный центр
лагерь
склоны
пункт
центр
комплекс
Διαδικτυακό slang για έντονη αποδοχή
noun
internet
informal
Ένας ανεπίσημος όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσει έγκριση μιας δήλωσης που θεωρείται αληθινή ή αξιέπαινη.
Χρήση
Χρησιμοποιήστε база σε ανεπίσημα διαδικτυακά πλαίσια για έντονη αποδοχή, όπως το αγγλικό slang 'based'.
Παραδείγματα
Твоя идея — просто база, брат!
Η ιδέα σου είναι απλώς based, φίλε!
Он сказал правду, это база.
Είπε την αλήθεια, αυτό είναι based.
Этот мем — чистая база.
Αυτό το meme είναι καθαρό based.
Если ты честен, ты база.
Αν είσαι ειλικρινής, είσαι based.
Твоя позиция звучит база.
Η θέση σου ακούγεται based.
Не будь база, будь оригинален.
Μην είσαι based, να είσαι πρωτότυπος.
Συνηθισμένα λάθη
Οι Έλληνες συχνά προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη ως επίθετο ή την ανακατεύουν με το ουσιαστικό "основа".
Incorrect
Correct
Он был базой, потому что сказал правду.
Он был база, потому что сказал правду.
Это было база, но я не понял.
Это было база, но я не понял.
Παρόμοιες λέξεις
крутой
правильный
правдивый
честный
неприкрытый
сильный
одобряемый
Χρήση
Επιλέξτε τη σωστή έννοια της база ανάλογα με το πλαίσιο, είτε αναφέρεστε σε φυσικό θεμέλιο, στρατιωτική εγκατάσταση, σύστημα δεδομένων, αθλητικό χώρο ή στην αργκό έκφραση αποδοχής.
Συνηθισμένα λάθη
Συχνά οι Έλληνες μπερδεύουν τη λέξη «база» με άλλα ουσιαστικά ή τη χρησιμοποιούν ως ρήμα, οδηγώντας σε λανθασμένες φράσεις.
Ετυμολογία
Δανεισμένο από τα Λατινικά basis, από την αρχαία ελληνική βάσις (básis); επίσης καταγράφεται από το πρωτοτουρκικό *basa με σημασία 'βάση'.
Συχνές ερωτήσεις
Τι σημαίνει η λέξη база στην καθημερινή ρωσική;
Συνήθως αναφέρεται σε ένα θεμέλιο ή βάση, όπως η βάση ενός κτιρίου ή η βασική στήριξη.
Πώς χρησιμοποιείται η база σε στρατιωτικό πλαίσιο;
Αντιπροσωπεύει μια στρατιωτική εγκατάσταση όπου στελεχώνεται το στρατό.
Τι σημαίνει η база στην τεχνολογία;
Στην πληροφορική, база είναι συντομογραφία για база данных, δηλαδή μια βάση δεδομένων.
Τι σημαίνει η база σε αθλητικό περιβάλλον;
Αναφέρεται σε αθλητική ή σκι βάση όπου ξεκινούν οι δραστηριότητες.
Τι σημαίνει η база ως διαδικτυακό slang;
Χρησιμοποιείται για να εκφράσει έντονη αποδοχή, παρόμοια με το αγγλικό 'based'.
Μπορεί η база να χρησιμοποιηθεί ως ρήμα;
Όχι, база είναι ουσιαστικό· η μορφή ρήματος δεν υπάρχει στην τυπική ρωσική.
Ποιες είναι οι συνηθέστερες παρερμηνείες των Ελλήνων για τη база;
Συχνά μπερδεύουν τη λέξη με άλλα ουσιαστικά ή τη χρησιμοποιούν ως ρήμα, οδηγώντας σε λανθασμένες φράσεις.
Comments & contributions
Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.