tweezers

en
el
Change language
Translating...
τσιμπιδάκι, λαβίδα
Βρείτε γλώσσα
/ˈtwiːzərz/
Add to My Dictionary
In My Dictionary
+1
Ένα εργαλείο ακριβείας για να πιάνει, να αφαιρεί, να σηκώνει ή να τοποθετεί πολύ μικρά πράγματα.

Παραδείγματα

  • The jeweler picked up the tiny stone with tweezers.
    Ο κοσμηματοπώλης σήκωσε τη μικροσκοπική πέτρα με τσιμπιδάκι.
  • She pulled the splinter out with tweezers.
    Έβγαλε το αγκάθι με ένα τσιμπιδάκι.
  • The technician positioned the component with antistatic tweezers.
    Ο τεχνικός τοποθέτησε το εξάρτημα με αντιστατικό τσιμπιδάκι.
  • The surgeon used fine tweezers to hold the tissue steady.
    Ο χειρουργός χρησιμοποίησε λεπτή λαβίδα για να κρατήσει τον ιστό σταθερό.
  • A pair of eyebrow tweezers lay beside the mirror.
    Δίπλα στον καθρέφτη βρισκόταν ένα τσιμπιδάκι φρυδιών.

Παρόμοιες λέξεις

tongs
grippers
pincers
forceps
nippers

Σημασίες

Χρήση

Χρησιμοποιήστε tweezers για το ίδιο το εργαλείο, συνήθως ως ουσιαστικό με πληθυντική μορφή, και tweeze μόνο για το ξεχωριστό ρήμα που σημαίνει αφαιρώ με τσιμπιδάκι.

Συνηθισμένα λάθη

I need tweezer ακούγεται λιγότερο φυσικό από το I need tweezers, και τα tweezers πιάνουν ή αφαιρούν μικρά πράγματα, δεν κόβουν ούτε συγκρατούν μεγάλα αντικείμενα.

Ετυμολογία

Προέρχεται από το παλιό αγγλικό tweeze, θήκη για μικρά εργαλεία, συντομευμένο από το etweese και συνδεδεμένο με το γαλλικό etui, που σημαίνει μικρή θήκη. Το όνομα πέρασε από τη θήκη στο εργαλείο που βρισκόταν μέσα της.

Συχνές ερωτήσεις

Τι σημαίνει tweezers?

Tweezers σημαίνει ένα μικρό εργαλείο με δύο στενά σκέλη ενωμένα στη μία άκρη, που χρησιμοποιείται για να κρατά, να αφαιρεί ή να τοποθετεί πολύ μικρά αντικείμενα.

Το tweezers είναι ενικός ή πληθυντικός?

Το tweezers έχει πληθυντική μορφή, αλλά μπορεί να παίρνει συμφωνία ενικού ή πληθυντικού, ιδίως όταν σημαίνει ένα εργαλείο ή ένα ζευγάρι τσιμπιδάκια.

Σε τι χρησιμεύει το tweezers?

Το tweezers χρησιμοποιείται για αφαίρεση τριχών, αγκαθιών, χειρισμό μικρών εξαρτημάτων, τοποθέτηση χαντρών και συγκράτηση ευαίσθητου ιστού.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε tweezers και forceps?

Tweezers είναι η συνηθισμένη καθημερινή λέξη, ενώ forceps χρησιμοποιείται συχνά για ιατρικά ή τεχνικά εργαλεία που πιάνουν μικρά αντικείμενα ή ιστό.

Το tweeze είναι ίδιο με το tweezers?

Tweeze είναι το σχετικό ρήμα που σημαίνει αφαιρώ κάτι με τσιμπιδάκι, ενώ tweezers ονομάζει το εργαλείο.

Από πού προέρχεται το tweezers?

Tweezers προέρχεται από παλιές αγγλικές λέξεις για μικρή θήκη, τελικά από το γαλλικό etui, πριν το όνομα περάσει στο εργαλείο.

Comments & contributions

Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.
Posting as a guest · Sign in
No comments yet. Be the first to add one.
Look up word or phrase...