食べる

taberu
ja
el
Change language
Translating...
τρώω, βιοπορίζομαι, ζω από
Βρείτε γλώσσα
/tabeꜜɾɯ/
Add to My Dictionary
In My Dictionary
+1
Σημαίνει να τρώει κανείς ή να ζει από τα έσοδα της εργασίας του.

Παραδείγματα

  • 彼は翻訳の仕事で食べている。
    Αυτός βιοπορίζεται από τις μεταφράσεις.
  • 辛いものはあまり食べない。
    Δεν τρώω συχνά καυτερά φαγητά.
  • 子どもがりんごを食べている。
    Το παιδί τρώει ένα μήλο.
  • 朝はパンを食べます。
    Το πρωί τρώω ψωμί.
  • もう昼ご飯を食べた?
    Έφαγες ήδη μεσημεριανό;

Παρόμοιες λέξεις

食う
生計を立てる
暮らす
いただく
口にする

Σημασίες

Τρώω

verb
food
neutral
Βάζω τροφή στο στόμα και την καταπίνω.

Παραδείγματα

  • 朝はパンを食べます。
    Το πρωί τρώω ψωμί.
  • 昨日、友達と寿司を食べた。
    Χθες έφαγα σούσι με φίλο μου.
  • もう昼ご飯を食べた?
    Έφαγες ήδη μεσημεριανό;
  • 子どもがりんごを食べている。
    Το παιδί τρώει ένα μήλο.
  • 辛いものはあまり食べない。
    Δεν τρώω συχνά καυτερά φαγητά.

Παρόμοιες λέξεις

Βιοπορίζομαι

verb
livelihood
neutral
Συντηρούμαι από μια δουλειά ή άλλη πηγή εισοδήματος, συχνά στη φράση 「〜で食べていく」.

Παραδείγματα

  • この仕事だけで食べていける。
    Μπορώ να ζήσω μόνο από αυτή τη δουλειά.
  • 若い頃は絵を描いて食べていた。
    Όταν ήμουν νέος, ζούσα από τη ζωγραφική.
  • 音楽で食べていくのは簡単ではない。
    Δεν είναι εύκολο να βιοπορίζεσαι από τη μουσική.
  • 彼は翻訳の仕事で食べている。
    Αυτός βιοπορίζεται από τις μεταφράσεις.
  • 家族を食べさせるために働く。
    Δουλεύω για να θρέψω την οικογένειά μου.

Παρόμοιες λέξεις

Ετυμολογία

Συνδέεται με το παλιό たぶ, που σήμαινε ευγενικά «δέχομαι τροφή», και αργότερα έγινε το κοινό ρήμα για το φαγητό.

Συχνές ερωτήσεις

Πώς διαβάζεται το 食べる;

Διαβάζεται たべる, με λατινική γραφή taberu.

Ποιος είναι ο ευγενικός τύπος;

Είναι το 食べます.

Ποιος είναι ο παρελθοντικός τύπος;

Είναι το 食べた.

Μπορεί να σημαίνει «βιοπορίζομαι»;

Ναι. Το 「仕事で食べていく」 σημαίνει «ζω από τη δουλειά μου».

Είναι ρήμα godan;

Όχι. Είναι ichidan και ο τύπος て είναι 食べて.

Comments & contributions

Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.
Posting as a guest · Sign in
No comments yet. Be the first to add one.
Look up word or phrase...