obrigado

pt
el
Change language
Translating...
ευχαριστώ, ευχαριστίες, υποχρεωμένος, οφειλόμενος
Βρείτε γλώσσα
/oˈbɾiɡadu/
Add to My Dictionary
In My Dictionary
+1
Το português 'obrigado' εκφράζει ευγνωμοσύνη ή αίσθηση υποχρέωσης· χρησιμοποιείται ως επιφώνημα ή επίθετο.

Παραδείγματα

  • Obrigado a todos que participaram.
    Ευχαριστώ όλους όσους συμμετείχαν.
  • Obrigado por me atender tão rapidamente.
    Obrigado για την άμεση εξυπηρέτησή σας.
  • Muito obrigado, amigo!
    Πολύ ευχαριστώ, φίλε!
  • Eu obrigado pela ajuda.
    Ευχαριστώ για τη βοήθεια.
  • Ela disse obrigada ao professor.
    Αυτή είπε obrigada στον καθηγητή.

Παρόμοιες λέξεις

obrigado
muito agradecido
agradeço
tô agradecido
vinculado
indebted
valeu
coberto
obrigadíssimo
responsável

Σημασίες

Έκφραση ευχαριστίας

adjective
everyday
neutral
Χρησιμοποιείται για να εκφράσει ευγνωμοσύνη προς κάποιον, συχνά ως ευγενική απάντηση μετά τη λήψη μιας χορηγίας ή δώρου.

Παραδείγματα

  • Eu obrigado pela ajuda.
    Ευχαριστώ για τη βοήθεια.
  • Muito obrigado, amigo!
    Πολύ ευχαριστώ, φίλε!
  • Ela disse obrigada ao professor.
    Αυτή είπε obrigada στον καθηγητή.
  • Obrigado por me atender tão rapidamente.
    Obrigado για την άμεση εξυπηρέτησή σας.
  • Obrigado a todos que participaram.
    Ευχαριστώ όλους όσους συμμετείχαν.
  • Ele respondeu com um simples obrigado.
    Απάντησε με ένα απλό obrigado.
  • Quando recebi o presente, eu apenas disse obrigado.
    Όταν έλαβα το δώρο, είπα απλώς obrigado.

Παρόμοιες λέξεις

Υποχρεωμένος ή δεσμευμένος

adjective
everyday
neutral
Περιγράφει το συναίσθημα ότι πρέπει να κάνεις κάτι λόγω καθήκοντος, χρέους ή αίσθησης υποχρέωσης.

Παραδείγματα

  • Estou obrigado a terminar o relatório hoje.
    Είμαι obrigado να ολοκληρώσω την αναφορά σήμερα.
  • Ele se sentiu obrigado a aceitar o convite.
    Αισθήθηκε obrigado να αποδεχθεί την πρόσκληση.
  • Após o favor, ela ficou obrigada a retribuir.
    Μετά το χέρι, αυτή έγινε obrigada να ανταποδώσει.
  • Nós estamos obrigados a seguir as regras.
    Είμαστε obrigados να ακολουθούμε τους κανόνες.
  • Você está obrigado a pagar a conta.
    Είσαι obrigado να πληρώσεις το λογαριασμό.
  • O funcionário se mostrou obrigado ao chefe.
    Ο υπάλληλος φάνηκε obrigado προς τον προϊστάμενο.
  • Mesmo sem querer, ele ficou obrigado a participar.
    Ακόμη και χωρίς πρόθεση, έγινε obrigado να συμμετάσχει.

Παρόμοιες λέξεις

Ετυμολογία

Προέρχεται από τα λατινικά obligātus, παρελθόντα μετοχή του obligāre ‘να δέσει, να υποχρεώσει’.

Συχνές ερωτήσεις

Τι σημαίνει obrigado;

obrigado σημαίνει 'ευχαριστώ' όταν το λέει άνδρας, και επίσης 'υποχρεωμένος' σε άλλες περιπτώσεις.

Πώς λένε ευχαριστώ στα Πορτογαλικά;

Λέτε obrigado αν είστε άνδρας, obrigada αν είστε γυναίκα.

Γιατί το obrigado έχει αρσενικό γένος;

Επειδή είναι επίθετο που συμφωνεί με το φύλο του ομιλητή.

Μπορεί το obrigado να χρησιμοποιηθεί ως ουσιαστικό;

Στα Πορτογαλικά δεν χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, αλλά ως επίθετο ή επιφώνημα.

Ποια είναι η προέλευση της λέξης obrigado;

Προέρχεται από τα λατινικά obligātus.

Πώς το obrigado εκφράζει υποχρέωση;

Σε προτάσεις όπως 'Estou obrigado a pagar', σημαίνει 'είμαι υποχρεωμένος να πληρώσω'.

Τι διαφορά υπάρχει μεταξύ obrigado και obrigatório;

obrigado εκφράζει ευγνωμοσύνη ή υποχρέωση, ενώ obrigatório σημαίνει 'υποχρεωτικός'.

Μπορώ να πω obrigado σε επίσημο περιβάλλον;

Ναι, είναι ουδέτερο, αλλά μπορείτε να προσθέσετε 'muito' για έμφαση.

Πώς να αποφύγω τα κοινά λάθη με το obrigado;

Χρησιμοποιήστε το σωστό γένος και μην το μπερδεύετε με το obrigatório.

Comments & contributions

Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.
Posting as a guest · Sign in
No comments yet. Be the first to add one.
Look up word or phrase...