Εκείνη έκλεισε το τσαντάκι και το έβαλε στο τραπέζι.
The strap clasps to a small ring.
Το λουράκι κουμπώνει σε ένα μικρό δαχτυλίδι.
She felt the warm clasp of his hand.
Ένιωσε το ζεστό σφίξιμο του χεριού του.
The veteran polished the clasp before the parade.
Ο βετεράνος γυάλισε την πόρπη πριν από την παρέλαση.
Παρόμοιες λέξεις
clutch
attach
hook
campaign bar
hook
bar
award bar
closure
embrace
fastener
Σημασίες
Κούμπωμα ή κλείστρο
noun
everyday
neutral
Μικρό κούμπωμα, γάντζος, αγκράφα ή παρόμοιο εξάρτημα που κρατά δύο μέρη ενωμένα.
Χρήση
Το clasp ταιριάζει καλύτερα για το ίδιο το κούμπωμα σε κοσμήματα, ρούχα, τσάντες, βιβλία ή μικρά εξαρτήματα.
Παραδείγματα
The clasp on the bracelet snapped.
Το κούμπωμα στο βραχιόλι έσπασε.
A hidden clasp keeps the box closed.
Ένα κρυφό κλείστρο κρατά το κουτί κλειστό.
The watch clasp clicked into place.
Το κούμπωμα του ρολογιού έκλεισε με ένα κλικ.
She replaced the broken clasp on her bag.
Αντικατέστησε το σπασμένο κούμπωμα στην τσάντα της.
The old book had a brass clasp.
Το παλιό βιβλίο είχε μπρούντζινο κούμπωμα.
A magnetic clasp closes the purse.
Ένα μαγνητικό κούμπωμα κλείνει το τσαντάκι.
The jeweler fitted a new clasp to the chain.
Ο κοσμηματοπώλης έβαλε νέο κούμπωμα στην αλυσίδα.
Συνηθισμένα λάθη
Το άρθρο παραλείπεται πριν από μετρήσιμο ουσιαστικό.
Incorrect
Correct
Clasp on my bracelet is broken.
The clasp on my bracelet is broken.
She bought a clasp of silver.
She bought a silver clasp.
The clasp is the whole necklace.
The clasp is the fastener on the necklace.
Παρόμοιες λέξεις
fastener
catch
hook
buckle
clip
snap
closure
Κουμπώνω ή κλείνω
verb
everyday
neutral
Στερεώνω κάτι με κούμπωμα ή το κλείνω σφιχτά με παρόμοιο τρόπο.
Χρήση
Το clasp δηλώνει ότι ένα μικρό αντικείμενο κουμπώνει ή κλείνει με γάντζο, ασφάλεια ή εφαρμοστό κλείσιμο.
Παραδείγματα
She clasped the bracelet around her wrist.
Εκείνη κούμπωσε το βραχιόλι γύρω από τον καρπό της.
He clasped the cloak at his throat.
Εκείνος έκλεισε τον μανδύα στον λαιμό του.
The lid clasps shut with a quiet click.
Το καπάκι κλείνει με ένα απαλό κλικ.
I clasped the case before lifting it.
Εγώ έκλεισα τη θήκη πριν τη σηκώσω.
The strap clasps to a small ring.
Το λουράκι κουμπώνει σε ένα μικρό δαχτυλίδι.
She clasped the purse and set it on the table.
Εκείνη έκλεισε το τσαντάκι και το έβαλε στο τραπέζι.
The chain can be clasped to the belt loop.
Η αλυσίδα μπορεί να κουμπωθεί στη θηλιά της ζώνης.
Συνηθισμένα λάθη
Στον αόριστο λείπει η κανονική κατάληξη -ed.
Incorrect
Correct
She clasp the necklace before leaving.
She clasped the necklace before leaving.
He clasped the lid tomorrow.
He will clasp the lid tomorrow.
Please clasp the zipper.
Please zip the zipper.
Παρόμοιες λέξεις
fasten
secure
hook
attach
close
buckle
Κρατώ σφιχτά
verb
physical
neutral
Πιάνω ή κρατώ κάτι με σταθερή λαβή, συχνά με τα χέρια ή τα μπράτσα.
Χρήση
Το clasp δείχνει κοντινό και σκόπιμο κράτημα, πιο δυνατό από ένα απλό άγγιγμα ή χαλαρό κράτημα.
Παραδείγματα
She clasped his hand during the storm.
Του έσφιξε το χέρι στη διάρκεια της καταιγίδας.
He clasped the letter to his chest.
Εκείνος έσφιξε το γράμμα στο στήθος του.
The child clasped the toy bear tightly.
Το παιδί αγκάλιασε σφιχτά το αρκουδάκι.
They clasped each other in relief.
Αγκαλιάστηκαν με ανακούφιση.
He clasped the rail as the boat moved.
Εκείνος κρατήθηκε από την κουπαστή όταν κινήθηκε η βάρκα.
Her fingers clasped the cold handle.
Τα δάχτυλά της έσφιξαν την κρύα λαβή.
The old friends clasped hands for a moment.
Οι παλιοί φίλοι έσφιξαν τα χέρια για μια στιγμή.
Συνηθισμένα λάθη
Το ρήμα χρησιμοποιείται για ελαφριά επαφή αντί για σφιχτή λαβή.
Incorrect
Correct
She clasped the cup with one finger.
She held the cup with one finger.
He clasp his daughter in his arms.
He clasped his daughter in his arms.
They clasped hands to say hello quickly.
They shook hands to say hello quickly.
Παρόμοιες λέξεις
grip
grasp
clutch
hold
embrace
hug
squeeze
Σφιχτή λαβή ή αγκαλιά
noun
physical
neutral
Δυνατό κράτημα, σφίξιμο ή αγκαλιά με τα χέρια ή τα μπράτσα.
Χρήση
Το clasp ως ουσιαστικό ακούγεται πιο λογοτεχνικό ή προσεγμένο όταν περιγράφει χειραψία, λαβή ή αγκαλιά, όχι τυχαίο άγγιγμα.
Παραδείγματα
Their clasp lasted only a second.
Το σφίξιμό τους κράτησε μόνο ένα δευτερόλεπτο.
She felt the warm clasp of his hand.
Ένιωσε το ζεστό σφίξιμο του χεριού του.
The reunion ended in a tearful clasp.
Η επανένωση τελείωσε με μια δακρυσμένη αγκαλιά.
He tightened his clasp on the rope.
Έσφιξε περισσότερο τη λαβή του στο σχοινί.
A brief clasp of hands sealed the promise.
Ένα σύντομο σφίξιμο χεριών σφράγισε την υπόσχεση.
The child relaxed in her mother's clasp.
Το παιδί χαλάρωσε στην αγκαλιά της μητέρας του.
His nervous clasp left marks on the paper.
Η νευρική του λαβή άφησε σημάδια στο χαρτί.
Συνηθισμένα λάθη
Για έναν απλό χαιρετισμό επιλέγεται υπερβολικά έντονη λέξη.
Incorrect
Correct
He gave me a clasp at the door.
He gave me a handshake at the door.
The clasp of the crowd helped her.
The support of the crowd helped her.
Their clasp were warm.
Their clasp was warm.
Παρόμοιες λέξεις
grip
grasp
hold
embrace
hug
clutch
Πόρπη μεταλλίου
noun
military
technical
Μικρή μπάρα ή εξάρτημα που μπαίνει στην κορδέλα μεταλλίου για πρόσθετη βράβευση, εκστρατεία ή είδος υπηρεσίας.
Χρήση
Το clasp με αυτή τη σημασία ανήκει στις στρατιωτικές τιμές και στα αρχεία υπηρεσίας, όπου ονομάζει την μπάρα που προστίθεται στην κορδέλα μεταλλίου.
Παραδείγματα
The medal carried a clasp for desert service.
Το μετάλλιο είχε πόρπη για υπηρεσία στην έρημο.
A silver clasp marked his second award.
Μια ασημένια πόρπη δήλωνε τη δεύτερη βράβευσή του.
The campaign clasp was fixed to the ribbon.
Η πόρπη της εκστρατείας στερεώθηκε στην κορδέλα.
Her service record lists one medal and two clasps.
Ο φάκελος υπηρεσίας της αναφέρει ένα μετάλλιο και δύο πόρπες.
The museum label explains the medal's clasp.
Η επιγραφή του μουσείου εξηγεί την πόρπη του μεταλλίου.
Each clasp named a different campaign.
Κάθε πόρπη ανέφερε διαφορετική εκστρατεία.
The veteran polished the clasp before the parade.
Ο βετεράνος γυάλισε την πόρπη πριν από την παρέλαση.
Συνηθισμένα λάθη
Το μετάλλιο και η πρόσθετη μπάρα αντιμετωπίζονται ως το ίδιο αντικείμενο.
Incorrect
Correct
He received a clasp for bravery.
He received a medal for bravery with a clasp for the campaign.
The clasp hung around her neck.
The medal hung around her neck.
Two clasp were added to the ribbon.
Two clasps were added to the ribbon.
Παρόμοιες λέξεις
bar
medal bar
award bar
campaign bar
service bar
Χρήση
Το ουσιαστικό δηλώνει κούμπωμα ή πόρπη μεταλλίου, ενώ το ρήμα περιγράφει κλείσιμο ή σφιχτό κράτημα ανθρώπου ή αντικειμένου.
Συνηθισμένα λάθη
He clasp the necklace χάνει την κανονική κατάληξη του παρελθόντος, ενώ a clasp είναι το κούμπωμα, όχι ολόκληρο το κολιέ ή ολόκληρο το μετάλλιο.
Ετυμολογία
Από το μεσαιωνικό αγγλικό claspe, αρχικά για μεταλλικό κούμπωμα ή γάντζο. Ίσως προήλθε με μετάθεση φθόγγων από το clapse, συγγενικό με το παλαιό αγγλικό clyppan, που σήμαινε αγκαλιάζω ή σφίγγω.
Συχνές ερωτήσεις
Τι σημαίνει clasp ως ουσιαστικό?
Το clasp συνήθως σημαίνει μικρό κούμπωμα, όπως σε βραχιόλι, τσάντα ή βιβλίο.
Τι σημαίνει clasp ως ρήμα?
Το clasp σημαίνει κουμπώνω κάτι ή το κρατώ σφιχτά με τα χέρια ή τα μπράτσα.
Είναι το clasp ίδιο με το grasp?
Το clasp συχνά δείχνει κλείσιμο γύρω από κάτι ή κοντινό κράτημα, ενώ το grasp σημαίνει γενικότερα πιάνω ή καταλαβαίνω.
Μπορεί το clasp να σημαίνει αγκαλιά?
Ναι. Το clasp μπορεί να είναι σφιχτή αγκαλιά, και το ρήμα clasp μπορεί να σημαίνει αγκαλιάζω κάποιον.
Τι είναι ένα στρατιωτικό clasp?
Είναι μικρή μπάρα ή εξάρτημα στην κορδέλα μεταλλίου που δείχνει πρόσθετη βράβευση, εκστρατεία ή είδος υπηρεσίας.
Ποιος είναι ο αόριστος του clasp?
Ο κανονικός αόριστος και η μετοχή είναι clasped.
Από πού προέρχεται το clasp?
Προέρχεται από το μεσαιωνικό αγγλικό claspe και μάλλον συνδέεται με παλαιότερες λέξεις για αγκαλιά ή κράτημα.
Comments & contributions
Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.