Στο κέντρο βρίσκεται το δυνατό χτύπημα, που απλώνεται σε παλιές λογοτεχνικές ιδέες τιμωρίας, συμφοράς, συνείδησης, ξαφνικού αισθήματος και σπάνιας ονομασίας για βαρύ χτύπημα.
Η ιστορία λέει πως η υπερηφάνεια χτυπήθηκε από την καταστροφή.
The prophet warned that judgment would smite the city.
Ο προφήτης προειδοποίησε ότι η κρίση θα χτυπούσε την πόλη.
Famine smote the valley after the harvest failed.
Η πείνα έπληξε την κοιλάδα μετά την αποτυχημένη σοδειά.
The warrior took a wild smite at the ball.
Ο πολεμιστής έκανε ένα άγριο χτύπημα προς την μπάλα.
A sudden illness smote the army in camp.
Μια ξαφνική αρρώστια έπληξε τον στρατό στο στρατόπεδο.
Παρόμοιες λέξεις
bash
punish
charm
affect
captivate
whack
thump
strike
clout
plague
Σημασίες
Χτυπώ δυνατά
verb
literature
literary
Χτυπώ κάποιον ή κάτι με βαρύ και δυνατό χτύπημα, ιδίως σε παλιό, βιβλικό ή ηρωικό ύφος.
Χρήση
Χρησιμοποιείται smite όταν το χτύπημα πρέπει να ακούγεται βαρύ, παλιό ή δραματικό, όχι για καθημερινό χτύπημα.
Παραδείγματα
The hero raised his sword and smote the shield.
Ο ήρωας σήκωσε το σπαθί του και χτύπησε την ασπίδα.
The old tale says the giant smote the stone gate.
Το παλιό παραμύθι λέει ότι ο γίγαντας χτύπησε την πέτρινη πύλη.
A sudden blast smote the tower at dawn.
Μια ξαφνική ριπή χτύπησε τον πύργο την αυγή.
The warrior vowed to smite anyone who crossed the bridge.
Ο πολεμιστής ορκίστηκε να χτυπήσει όποιον περνούσε τη γέφυρα.
Each blow smote the bronze bell with a deep sound.
Κάθε χτύπημα χτυπούσε τη χάλκινη καμπάνα με βαθύ ήχο.
The poem pictures thunder smiting the mountain.
Το ποίημα δείχνει τη βροντή να χτυπά το βουνό.
Συνηθισμένα λάθη
Οι ανώμαλοι τύποι συχνά γίνονται λανθασμένα κανονικοί.
Incorrect
Correct
The knight smited the dragon.
The knight smote the dragon.
The hero has smote the shield.
The hero has smitten the shield.
The giant smite the wall.
The giant smites the wall.
The guard smote the thief in a police report.
The guard hit the thief in a police report.
Παρόμοιες λέξεις
strike
hit
blow
bash
clobber
wallop
whack
Τιμωρώ ή πλήττω
verb
religion
literary
Φέρνω ξαφνικά βλάβη, ήττα, αρρώστια ή τιμωρία σε κάποιον, συχνά με αίσθηση θεϊκής κρίσης ή μοίρας.
Χρήση
Χρησιμοποιείται smite για τιμωρία ή συμφορά όταν η πρόταση έχει θρησκευτικό, ηθικό ή πολύ δραματικό τόνο.
Παραδείγματα
The legend says a curse smote the kingdom.
Ο θρύλος λέει ότι μια κατάρα χτύπησε το βασίλειο.
Famine smote the valley after the harvest failed.
Η πείνα έπληξε την κοιλάδα μετά την αποτυχημένη σοδειά.
The prophet warned that judgment would smite the city.
Ο προφήτης προειδοποίησε ότι η κρίση θα χτυπούσε την πόλη.
A sudden illness smote the army in camp.
Μια ξαφνική αρρώστια έπληξε τον στρατό στο στρατόπεδο.
His conscience smote him after the lie.
Η συνείδησή του τον χτύπησε μετά το ψέμα.
The story tells how pride was smitten by ruin.
Η ιστορία λέει πως η υπερηφάνεια χτυπήθηκε από την καταστροφή.
Συνηθισμένα λάθη
Η λέξη μπαίνει μερικές φορές σε μικρές ενοχλήσεις που είναι πολύ αδύναμες για τον τόνο της.
Incorrect
Correct
The drought smited the fields.
The drought smote the fields.
The town was smote by disease.
The town was smitten by disease.
The delay smote my plan.
The delay ruined my plan.
God smited the army.
God smote the army.
Παρόμοιες λέξεις
punish
afflict
strike
chasten
plague
curse
overwhelm
Μαγεύω ή αγγίζω βαθιά
verb
emotion
neutral
Επηρεάζω κάποιον ξαφνικά και έντονα, ιδίως με αγάπη, θαυμασμό, φόβο, ενοχή ή άλλο δυνατό συναίσθημα.
Χρήση
Το smite εμφανίζεται κυρίως ως smitten σε αυτό το νόημα, ειδικά για έντονη έλξη ή ξαφνική συναισθηματική επίδραση.
Παραδείγματα
He was smitten with her from their first conversation.
Ήταν μαγεμένος από εκείνη από την πρώτη τους συζήτηση.
The critics were smitten by the singer's voice.
Οι κριτικοί ήταν μαγεμένοι από τη φωνή της τραγουδίστριας.
She left the gallery smitten with the painting.
Έφυγε από την γκαλερί μαγεμένη από τον πίνακα.
The child was smitten with fear when the lights went out.
Το παιδί ήταν κυριευμένο από φόβο όταν έσβησαν τα φώτα.
His conscience smote him before he could answer.
Η συνείδησή του τον χτύπησε πριν προλάβει να απαντήσει.
The travelers were smitten by the island's beauty.
Οι ταξιδιώτες ήταν μαγεμένοι από την ομορφιά του νησιού.
Συνηθισμένα λάθη
Ο ενεργητικός τύπος πιέζεται εκεί όπου τα σύγχρονα αγγλικά περιμένουν smitten.
Incorrect
Correct
I am smitten of her.
I am smitten with her.
The view smited me.
I was smitten by the view.
They were smote by guilt.
They were smitten by guilt.
She smites with the song.
She is moved by the song.
Παρόμοιες λέξεις
captivate
charm
enchant
affect
move
overwhelm
impress
Ένα δυνατό χτύπημα
noun
literature
archaic
Σπάνια λέξη για ένα σκληρό ή δυνατό χτύπημα, σήμερα κυρίως σε αρχαϊκό ύφος, φαντασία ή γλώσσα παιχνιδιών.
Χρήση
Το smite ως ουσιαστικό ταιριάζει μόνο όταν χρειάζεται σκόπιμα αρχαϊκός ή παιχνιδικός τόνος.
Παραδείγματα
The hammer's smite rang through the forge.
Το χτύπημα του σφυριού αντήχησε στο σιδηρουργείο.
One final smite broke the lock.
Ένα τελευταίο χτύπημα έσπασε την κλειδαριά.
The old poem gives every smite the weight of judgment.
Το παλιό ποίημα δίνει σε κάθε χτύπημα το βάρος της κρίσης.
A holy smite ended the battle in the game.
Ένα ιερό χτύπημα τελείωσε τη μάχη στο παιχνίδι.
The warrior took a wild smite at the ball.
Ο πολεμιστής έκανε ένα άγριο χτύπημα προς την μπάλα.
Each smite against the shield sounded like thunder.
Κάθε χτύπημα στην ασπίδα ακουγόταν σαν βροντή.
Συνηθισμένα λάθη
Το σπάνιο ουσιαστικό συχνά συγχέεται με το πολύ συχνότερο ρήμα.
Incorrect
Correct
The warrior gave a smote.
The warrior gave a smite.
Three smite rang in the hall.
Three smites rang in the hall.
A smite means a smile.
A smite is a rare word for a heavy blow.
The priest smite was powerful.
The priest's smite was powerful.
Παρόμοιες λέξεις
blow
strike
hit
thump
clout
wallop
bash
Χρήση
Χρησιμοποιείται smite όταν χρειάζεται παλιός, βιβλικός, ηρωικός ή πολύ δραματικός τόνος, και smitten για τη σύγχρονη συναισθηματική σημασία.
Συνηθισμένα λάθη
Το smited χρησιμοποιείται λανθασμένα ως παρελθοντικός τύπος ή μετοχή αντί για smote ή smitten, και το σπάνιο ουσιαστικό θεωρείται μερικές φορές συνηθισμένο σύγχρονο αγγλικό.
Ετυμολογία
Από το μεσαιωνικό αγγλικό smiten, από το παλαιό αγγλικό smītan, που πρώτα σήμαινε λερώνω, μολύνω ή κηλιδώνω. Οι μεταγενέστερες αγγλικές σημασίες αναπτύχθηκαν γύρω από το χτύπημα, την επίθεση και την ξαφνική επίδραση.
Συχνές ερωτήσεις
Τι σημαίνει smite;
Το smite σημαίνει χτυπώ δυνατά, τιμωρώ αυστηρά ή επηρεάζω κάποιον ξαφνικά και έντονα.
Ποιος είναι ο αόριστος του smite;
Ο συνηθισμένος παρελθοντικός τύπος είναι smote.
Ποια είναι η παθητική μετοχή του smite;
Η συνηθισμένη μετοχή είναι smitten, αν και το smote εμφανίζεται επίσης σε ορισμένες χρήσεις.
Είναι παλιομοδίτικο το smite;
Ναι. Οι σημασίες του χτυπώ και τιμωρώ είναι κυρίως λογοτεχνικές, αρχαϊκές, βιβλικές ή σκόπιμα δραματικές.
Τι σημαίνει smitten;
Το smitten μπορεί να σημαίνει χτυπημένος ή πληγμένος, αλλά στα σύγχρονα αγγλικά συχνά σημαίνει πολύ γοητευμένος ή ενθουσιασμένος.
Μπορεί το smite να είναι ουσιαστικό;
Ναι, αλλά το ουσιαστικό είναι σπάνιο. Σημαίνει δυνατό χτύπημα και εμφανίζεται κυρίως σε αρχαϊκά, fantasy ή παιχνιδικά συμφραζόμενα.
Μπορεί το smite να σημαίνει θεϊκή τιμωρία;
Συχνά ναι, ειδικά σε βιβλικό ή μυθικό ύφος όπου ένας θεός, μια κατάρα, μια μάστιγα ή η μοίρα φέρνει βλάβη.
Ποιο είναι ένα συχνό λάθος με το smite;
Ο τύπος smited είναι συνήθως λάθος όταν τα τυπικά αγγλικά περιμένουν smote ή smitten.
Comments & contributions
Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.