Ο δασολόγος έδειξε μια σκληρή διόγκωση στον κορμό της ερυθρελάτης.
Viņai pēc pārgājiena bija liels nogurums.
Μετά την πεζοπορία ένιωσε μεγάλη κούραση.
Rakstnieks kļuva par lielu vārdu latviešu literatūrā.
Ο συγγραφέας έγινε μεγάλο όνομα στη λετονική λογοτεχνία.
Māksliniecei ir liels talants.
Η καλλιτέχνιδα έχει μεγάλο ταλέντο.
Viņš grib spēlēties ar lielajiem bērniem.
Θέλει να παίξει με τα μεγαλύτερα παιδιά.
Παρόμοιες λέξεις
spēcīgs
pamatīgs
dižs
apjomīgs
ievērojams
milzīgs
lielainums
ietekmīgs
svarīgs
prāvs
Σημασίες
Μεγάλο σε μέγεθος ή ποσότητα
adjective
everyday
neutral
Μεγαλύτερο από το συνηθισμένο ή το αναγκαίο σε μέγεθος, αριθμό, ποσότητα ή έκταση.
Χρήση
Χρησιμοποίησε liels για μέγεθος ή ποσότητα με σωστή λετονική κατάληξη.
Παραδείγματα
Mūsu ciemā uzcēla lielu skolu.
Στο χωριό μας χτίστηκε ένα μεγάλο σχολείο.
Pie ezera aug liels ozols.
Κοντά στη λίμνη μεγαλώνει μια μεγάλη βελανιδιά.
Viņai vajadzīga liela soma ceļojumam.
Χρειάζεται μια μεγάλη τσάντα για το ταξίδι.
Zālē sapulcējās liels cilvēku skaits.
Στην αίθουσα μαζεύτηκε μεγάλος αριθμός ανθρώπων.
Kurpes bērnam ir par lielām.
Τα παπούτσια είναι πολύ μεγάλα για το παιδί.
Συνηθισμένα λάθη
liels māja έχει λάθος κατάληξη γένους, και το κυριολεκτικό μεγάλος μπορεί να αλλοιώσει τον βαθμό, τη σημασία ή την ενηλικίωση.
Incorrect
Correct
Viņam ir liels māja.
Viņam ir liela māja.
Es nopirku liela somu.
Es nopirku lielu somu.
Kurpes ir ļoti mazas, tāpēc tās ir lielas.
Kurpes ir ļoti mazas, tāpēc tās nav lielas.
Παρόμοιες λέξεις
milzīgs
prāvs
plašs
apjomīgs
dižs
ievērojams
Υψηλό σε βαθμό
adjective
degree
neutral
Ισχυρό σε συναίσθημα, ήχο, ταχύτητα, πίεση ή άλλο μετρήσιμο βαθμό.
Χρήση
Χρησιμοποίησε liels για υψηλό βαθμό, όχι μόνο για φυσικό μέγεθος.
Παραδείγματα
Pēc uzvaras komandā valdīja liels prieks.
Μετά τη νίκη υπήρχε μεγάλη χαρά στην ομάδα.
Naktī sacēlās liels vējš.
Τη νύχτα σηκώθηκε δυνατός άνεμος.
Darbnīcā bija liels troksnis.
Στο εργαστήριο υπήρχε μεγάλος θόρυβος.
Sacensībās viņš skrēja ar lielu ātrumu.
Στον αγώνα έτρεξε με μεγάλη ταχύτητα.
Viņai pēc pārgājiena bija liels nogurums.
Μετά την πεζοπορία ένιωσε μεγάλη κούραση.
Συνηθισμένα λάθη
liels māja έχει λάθος κατάληξη γένους, και το κυριολεκτικό μεγάλος μπορεί να αλλοιώσει τον βαθμό, τη σημασία ή την ενηλικίωση.
Incorrect
Correct
Darbnīcā bija liels klusums.
Darbnīcā bija liels troksnis.
Viņš skrēja ar liels ātrumu.
Viņš skrēja ar lielu ātrumu.
Man ir liels auksti.
Man ir ļoti auksti.
Παρόμοιες λέξεις
spēcīgs
intensīvs
stiprs
augsts
pamatīgs
ievērojams
Σημαντικό ή εξαίρετο
adjective
social
neutral
Σημαντικό, επιδραστικό, αξιοπρόσεκτο ή ιδιαίτερα καλό για ανθρώπους, γεγονότα και επιτεύγματα.
Χρήση
Χρησιμοποίησε liels όταν το νόημα είναι σημασία ή αριστεία.
Παραδείγματα
Tā bija liela uzvara visai komandai.
Ήταν μια μεγάλη νίκη για όλη την ομάδα.
Rakstnieks kļuva par lielu vārdu latviešu literatūrā.
Ο συγγραφέας έγινε μεγάλο όνομα στη λετονική λογοτεχνία.
Viņa uzņēmās lielu atbildību.
Ανέλαβε μεγάλη ευθύνη.
Māksliniecei ir liels talants.
Η καλλιτέχνιδα έχει μεγάλο ταλέντο.
Mūs gaida lieli darbi.
Μας περιμένουν μεγάλα έργα.
Συνηθισμένα λάθη
liels māja έχει λάθος κατάληξη γένους, και το κυριολεκτικό μεγάλος μπορεί να αλλοιώσει τον βαθμό, τη σημασία ή την ενηλικίωση.
Incorrect
Correct
Tā bija liels uzvara.
Tā bija liela uzvara.
Viņš ir liels rakstnieku.
Viņš ir liels rakstnieks.
Liela atbildība nozīmē smagu somu.
Liela atbildība nozīmē svarīgu pienākumu.
Παρόμοιες λέξεις
ievērojams
nozīmīgs
dižs
izcils
svarīgs
ietekmīgs
Μεγαλωμένο ή μεγαλύτερο
adjective
age
neutral
Αρκετά μεγαλωμένο ώστε να θεωρείται μεγαλύτερο ή ενήλικο, ιδίως για παιδιά.
Χρήση
Χρησιμοποίησε liels για παιδιά που έχουν μεγαλώσει.
Παραδείγματα
Bērni jau ir lieli un iet skolā.
Τα παιδιά είναι ήδη μεγάλα και πηγαίνουν σχολείο.
Viņš grib spēlēties ar lielajiem bērniem.
Θέλει να παίξει με τα μεγαλύτερα παιδιά.
Kad būšu liels, dzīvošu pie jūras.
Όταν γίνω μεγάλος, θα ζήσω κοντά στη θάλασσα.
Meita pa vasaru kļuvusi liela.
Η κόρη μεγάλωσε πολύ μέσα στο καλοκαίρι.
Lielie vakarā palīdzēja sakārtot istabu.
Οι μεγάλοι βοήθησαν το βράδυ να τακτοποιηθεί το δωμάτιο.
Συνηθισμένα λάθη
liels māja έχει λάθος κατάληξη γένους, και το κυριολεκτικό μεγάλος μπορεί να αλλοιώσει τον βαθμό, τη σημασία ή την ενηλικίωση.
Incorrect
Correct
Kad es būšu liela zēns, es strādāšu.
Kad es būšu liels zēns, es strādāšu.
Bērni jau ir lielu.
Bērni jau ir lieli.
Viņš ir liels, jo viņam ir divi gadi.
Viņš jau ir liels, jo ir paaudzies.
Παρόμοιες λέξεις
pieaudzis
izaudzis
paaudzies
vecāks
nobriedis
Κνήμη ή ξύλινη διόγκωση
noun
anatomy
neutral
Σπάνιο ουσιαστικό για την κνήμη και για σκληρή ετήσια διόγκωση σε κορμό δέντρου.
Χρήση
Το ουσιαστικό liels είναι σπάνιο και συχνά χρειάζεται εξήγηση.
Παραδείγματα
Pēc kritiena viņam sāpēja kreisās kājas liels.
Μετά την πτώση πονούσε η αριστερή κνήμη του.
Ārsts pārbaudīja sasisto lielu.
Ο γιατρός εξέτασε τη χτυπημένη κνήμη.
Vecajā vārdnīcā liels dots kā apakšstilba nosaukums.
Στο παλιό λεξικό το liels δίνεται ως όνομα για την κνήμη.
Mežkopis parādīja cietu lielu uz egles stumbra.
Ο δασολόγος έδειξε μια σκληρή διόγκωση στον κορμό της ερυθρελάτης.
Šo koka izaugumu vietējie sauc par lielu.
Οι ντόπιοι ονομάζουν αυτή την ξύλινη διόγκωση liels.
Συνηθισμένα λάθη
liels māja έχει λάθος κατάληξη γένους, και το κυριολεκτικό μεγάλος μπορεί να αλλοιώσει τον βαθμό, τη σημασία ή την ενηλικίωση.
Incorrect
Correct
Man vajag lielu, lai pateiktu big.
Man vajag vārdu liels, lai pateiktu big.
Viņam sāpēja kreisais liela.
Viņam sāpēja kreisās kājas liels.
Koka liels ir īpašības vārds.
Koka liels ir rets lietvārds par stumbra izaugumu.
Παρόμοιες λέξεις
apakšstilbs
stilbs
lielainums
Χρήση
liels māja έχει λάθος κατάληξη γένους, και το κυριολεκτικό μεγάλος μπορεί να αλλοιώσει τον βαθμό, τη σημασία ή την ενηλικίωση.
Συνηθισμένα λάθη
liels māja έχει λάθος κατάληξη γένους, και το κυριολεκτικό μεγάλος μπορεί να αλλοιώσει τον βαθμό, τη σημασία ή την ενηλικίωση.
Ετυμολογία
Το επίθετο είναι κληρονομημένο στη λετονική και συνδέεται συνήθως με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *lei-, με σημασιολογική πορεία από το λεπτό ή εκτεταμένο σχήμα προς το ύψος, το μέγεθος και την αξιοσημείωτη ιδιότητα. Το σπάνιο ουσιαστικό έχει ξεχωριστή εξήγηση σε παλαιότερα λεξικά.
Συχνές ερωτήσεις
Comments & contributions
Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.