liels

lv
el
Change language
Translating...
μεγάλος, ευρύς, έντονος, υψηλός, σπουδαίος
Βρείτε γλώσσα
/lie̯ls/
Add to My Dictionary
In My Dictionary
+1
Μεγαλύτερο από το συνηθισμένο ή το αναγκαίο σε μέγεθος, αριθμό, ποσότητα ή έκταση. Ισχυρό σε συναίσθημα, ήχο, ταχύτητα, πίεση ή άλλο μετρήσιμο βαθμό.

Παραδείγματα

  • Viņai vajadzīga liela soma ceļojumam.
    Χρειάζεται μια μεγάλη τσάντα για το ταξίδι.
  • Vecajā vārdnīcā liels dots kā apakšstilba nosaukums.
    Στο παλιό λεξικό το liels δίνεται ως όνομα για την κνήμη.
  • Mūs gaida lieli darbi.
    Μας περιμένουν μεγάλα έργα.
  • Kad būšu liels, dzīvošu pie jūras.
    Όταν γίνω μεγάλος, θα ζήσω κοντά στη θάλασσα.
  • Zālē sapulcējās liels cilvēku skaits.
    Στην αίθουσα μαζεύτηκε μεγάλος αριθμός ανθρώπων.

Παρόμοιες λέξεις

ievērojams
plašs
intensīvs
nobriedis
milzīgs
lielainums
dižs
svarīgs
stilbs
pieaudzis

Σημασίες

Μεγάλο σε μέγεθος ή ποσότητα

adjective
everyday
neutral
Μεγαλύτερο από το συνηθισμένο ή το αναγκαίο σε μέγεθος, αριθμό, ποσότητα ή έκταση.

Παραδείγματα

  • Mūsu ciemā uzcēla lielu skolu.
    Στο χωριό μας χτίστηκε ένα μεγάλο σχολείο.
  • Pie ezera aug liels ozols.
    Κοντά στη λίμνη μεγαλώνει μια μεγάλη βελανιδιά.
  • Viņai vajadzīga liela soma ceļojumam.
    Χρειάζεται μια μεγάλη τσάντα για το ταξίδι.
  • Zālē sapulcējās liels cilvēku skaits.
    Στην αίθουσα μαζεύτηκε μεγάλος αριθμός ανθρώπων.
  • Kurpes bērnam ir par lielām.
    Τα παπούτσια είναι πολύ μεγάλα για το παιδί.

Παρόμοιες λέξεις

Υψηλό σε βαθμό

adjective
degree
neutral
Ισχυρό σε συναίσθημα, ήχο, ταχύτητα, πίεση ή άλλο μετρήσιμο βαθμό.

Παραδείγματα

  • Pēc uzvaras komandā valdīja liels prieks.
    Μετά τη νίκη υπήρχε μεγάλη χαρά στην ομάδα.
  • Naktī sacēlās liels vējš.
    Τη νύχτα σηκώθηκε δυνατός άνεμος.
  • Darbnīcā bija liels troksnis.
    Στο εργαστήριο υπήρχε μεγάλος θόρυβος.
  • Sacensībās viņš skrēja ar lielu ātrumu.
    Στον αγώνα έτρεξε με μεγάλη ταχύτητα.
  • Viņai pēc pārgājiena bija liels nogurums.
    Μετά την πεζοπορία ένιωσε μεγάλη κούραση.

Παρόμοιες λέξεις

Σημαντικό ή εξαίρετο

adjective
social
neutral
Σημαντικό, επιδραστικό, αξιοπρόσεκτο ή ιδιαίτερα καλό για ανθρώπους, γεγονότα και επιτεύγματα.

Παραδείγματα

  • Tā bija liela uzvara visai komandai.
    Ήταν μια μεγάλη νίκη για όλη την ομάδα.
  • Rakstnieks kļuva par lielu vārdu latviešu literatūrā.
    Ο συγγραφέας έγινε μεγάλο όνομα στη λετονική λογοτεχνία.
  • Viņa uzņēmās lielu atbildību.
    Ανέλαβε μεγάλη ευθύνη.
  • Māksliniecei ir liels talants.
    Η καλλιτέχνιδα έχει μεγάλο ταλέντο.
  • Mūs gaida lieli darbi.
    Μας περιμένουν μεγάλα έργα.

Παρόμοιες λέξεις

Μεγαλωμένο ή μεγαλύτερο

adjective
age
neutral
Αρκετά μεγαλωμένο ώστε να θεωρείται μεγαλύτερο ή ενήλικο, ιδίως για παιδιά.

Παραδείγματα

  • Bērni jau ir lieli un iet skolā.
    Τα παιδιά είναι ήδη μεγάλα και πηγαίνουν σχολείο.
  • Viņš grib spēlēties ar lielajiem bērniem.
    Θέλει να παίξει με τα μεγαλύτερα παιδιά.
  • Kad būšu liels, dzīvošu pie jūras.
    Όταν γίνω μεγάλος, θα ζήσω κοντά στη θάλασσα.
  • Meita pa vasaru kļuvusi liela.
    Η κόρη μεγάλωσε πολύ μέσα στο καλοκαίρι.
  • Lielie vakarā palīdzēja sakārtot istabu.
    Οι μεγάλοι βοήθησαν το βράδυ να τακτοποιηθεί το δωμάτιο.

Παρόμοιες λέξεις

Κνήμη ή ξύλινη διόγκωση

noun
anatomy
neutral
Σπάνιο ουσιαστικό για την κνήμη και για σκληρή ετήσια διόγκωση σε κορμό δέντρου.

Παραδείγματα

  • Pēc kritiena viņam sāpēja kreisās kājas liels.
    Μετά την πτώση πονούσε η αριστερή κνήμη του.
  • Ārsts pārbaudīja sasisto lielu.
    Ο γιατρός εξέτασε τη χτυπημένη κνήμη.
  • Vecajā vārdnīcā liels dots kā apakšstilba nosaukums.
    Στο παλιό λεξικό το liels δίνεται ως όνομα για την κνήμη.
  • Mežkopis parādīja cietu lielu uz egles stumbra.
    Ο δασολόγος έδειξε μια σκληρή διόγκωση στον κορμό της ερυθρελάτης.
  • Šo koka izaugumu vietējie sauc par lielu.
    Οι ντόπιοι ονομάζουν αυτή την ξύλινη διόγκωση liels.

Παρόμοιες λέξεις

Ετυμολογία

Το επίθετο είναι κληρονομημένο στη λετονική και συνδέεται συνήθως με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *lei-, με σημασιολογική πορεία από το λεπτό ή εκτεταμένο σχήμα προς το ύψος, το μέγεθος και την αξιοσημείωτη ιδιότητα. Το σπάνιο ουσιαστικό έχει ξεχωριστή εξήγηση σε παλαιότερα λεξικά.

Συχνές ερωτήσεις

Comments & contributions

Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.
Posting as a guest · Sign in
No comments yet. Be the first to add one.
Look up word or phrase...