Αρκετά μεγαλωμένο ώστε να θεωρείται μεγαλύτερο ή ενήλικο, ιδίως για παιδιά.
Παραδείγματα
Bērni jau ir lieli un iet skolā.
Τα παιδιά είναι ήδη μεγάλα και πηγαίνουν σχολείο.
Viņš grib spēlēties ar lielajiem bērniem.
Θέλει να παίξει με τα μεγαλύτερα παιδιά.
Kad būšu liels, dzīvošu pie jūras.
Όταν γίνω μεγάλος, θα ζήσω κοντά στη θάλασσα.
Meita pa vasaru kļuvusi liela.
Η κόρη μεγάλωσε πολύ μέσα στο καλοκαίρι.
Lielie vakarā palīdzēja sakārtot istabu.
Οι μεγάλοι βοήθησαν το βράδυ να τακτοποιηθεί το δωμάτιο.
Παρόμοιες λέξεις
pieaudzis
izaudzis
paaudzies
vecāks
nobriedis
Κνήμη ή ξύλινη διόγκωση
noun
anatomy
neutral
Σπάνιο ουσιαστικό για την κνήμη και για σκληρή ετήσια διόγκωση σε κορμό δέντρου.
Παραδείγματα
Pēc kritiena viņam sāpēja kreisās kājas liels.
Μετά την πτώση πονούσε η αριστερή κνήμη του.
Ārsts pārbaudīja sasisto lielu.
Ο γιατρός εξέτασε τη χτυπημένη κνήμη.
Vecajā vārdnīcā liels dots kā apakšstilba nosaukums.
Στο παλιό λεξικό το liels δίνεται ως όνομα για την κνήμη.
Mežkopis parādīja cietu lielu uz egles stumbra.
Ο δασολόγος έδειξε μια σκληρή διόγκωση στον κορμό της ερυθρελάτης.
Šo koka izaugumu vietējie sauc par lielu.
Οι ντόπιοι ονομάζουν αυτή την ξύλινη διόγκωση liels.
Παρόμοιες λέξεις
apakšstilbs
stilbs
lielainums
Ετυμολογία
Το επίθετο είναι κληρονομημένο στη λετονική και συνδέεται συνήθως με το πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *lei-, με σημασιολογική πορεία από το λεπτό ή εκτεταμένο σχήμα προς το ύψος, το μέγεθος και την αξιοσημείωτη ιδιότητα. Το σπάνιο ουσιαστικό έχει ξεχωριστή εξήγηση σε παλαιότερα λεξικά.
Συχνές ερωτήσεις
Comments & contributions
Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.