Ρήξη, σκίσιμο ή φθαρμένο σημείο όπου κάτι έχει ανοίξει.
Χρήση
Το burst δηλώνει την ίδια τη ρήξη ή το φθαρμένο σημείο, ιδίως σε σωλήνες, λάστιχα και πράγματα υπό πίεση.
Παραδείγματα
The engineer found the burst in the old pipe.
Ο μηχανικός βρήκε τη ρήξη στον παλιό σωλήνα.
A burst in the hose sprayed water over the lawn.
Μια ρήξη στο λάστιχο πότισε το γκαζόν με νερό.
The tyre had a small burst near the rim.
Το ελαστικό είχε ένα μικρό σκίσιμο κοντά στη ζάντα.
They traced the flood to a burst in the main line.
Απέδωσαν την πλημμύρα σε μια ρήξη στην κύρια γραμμή.
The pressure test revealed a hidden burst.
Η δοκιμή πίεσης αποκάλυψε κρυφή ρήξη.
A burst in the tank wall forced an evacuation.
Μια ρήξη στο τοίχωμα της δεξαμενής ανάγκασε εκκένωση.
The crew marked the burst before replacing the section.
Το συνεργείο σημάδεψε τη ρήξη πριν αντικαταστήσει το τμήμα.
Συνηθισμένα λάθη
Το ουσιαστικό μπορεί να δηλώνει τη ρήξη, αλλά οι επισκευές συνήθως αφορούν τη διαρροή, τον σωλήνα, το λάστιχο ή το κατεστραμμένο μέρος.
Incorrect
Correct
The burst walked along the wall.
The crack ran along the wall.
A burst of the tire stopped the car.
A burst tire stopped the car.
The plumber repaired the burst.
The plumber repaired the burst pipe.
Παρόμοιες λέξεις
rupture
split
break
crack
tear
breach
fracture
Ανοιγμένο από πίεση
adjective
physical
neutral
Ανοιγμένο, σπασμένο ή σχισμένο από ξαφνική πίεση ή δύναμη.
Χρήση
Το burst πριν από ουσιαστικά όπως pipe, tire, seam ή balloon δηλώνει ότι το πράγμα άνοιξε ξαφνικά.
Παραδείγματα
A burst pipe flooded the basement.
Ένας σκασμένος σωλήνας πλημμύρισε το υπόγειο.
The mechanic replaced the burst tire.
Ο μηχανικός αντικατέστησε το σκασμένο λάστιχο.
The burst balloon lay under the table.
Το σκασμένο μπαλόνι βρισκόταν κάτω από το τραπέζι.
A burst seam opened along the bag.
Μια σκισμένη ραφή άνοιξε κατά μήκος της τσάντας.
The doctor treated a burst blood vessel.
Ο γιατρός περιέθαλψε ένα σπασμένο αιμοφόρο αγγείο.
The crew removed the burst hose.
Το συνεργείο αφαίρεσε τον σκασμένο σωλήνα.
Water poured from the burst main.
Νερό έτρεχε από την σπασμένη κύρια γραμμή.
Συνηθισμένα λάθη
Το burst περιγράφει ρήξη από πίεση, ενώ η συνηθισμένη ζημιά συχνά χρειάζεται broken, torn ή cracked.
Incorrect
Correct
The burst window let in the rain.
The broken window let in the rain.
She wore a burst shirt.
She wore a torn shirt.
The burst cup was on the floor.
The broken cup was on the floor.
Παρόμοιες λέξεις
ruptured
split
broken
torn
cracked
blown
damaged
Χρήση
Το burst ταιριάζει σε ξαφνικότητα και δύναμη, όταν κάτι σκάει, κάποιος εισβάλλει, ένα συναίσθημα ξεσπά ή συμβαίνει κάτι σύντομο και έντονο.
Συνηθισμένα λάθη
Το bursted είναι συνήθως λάθος ως παρελθοντικός τύπος, και τα σχήματα burst into tears, burst out laughing και bursting with pride χρειάζονται τις σταθερές προθέσεις τους.
Ετυμολογία
Από το παλαιό αγγλικό berstan, αργότερα μεσαιωνικό αγγλικό bersten, με σημασία σπάζω ξαφνικά. Η ίδια ρίζα έδωσε μορφές για ράγισμα και σχίσιμο σε αρκετές γερμανικές γλώσσες.
Συχνές ερωτήσεις
Τι σημαίνει burst;
Burst σημαίνει να σκάει κάτι ξαφνικά, να κινείται ή να εμφανίζεται με δύναμη, να ξεσπά ένα συναίσθημα ή να συμβαίνει κάτι σύντομα και έντονα.
Ποιος είναι ο παρελθοντικός τύπος του burst;
Ο συνηθισμένος παρελθοντικός τύπος και η μετοχή είναι burst, όπως στα the pipe burst yesterday και the balloon has burst.
Είναι σωστό το bursted;
Το bursted εμφανίζεται σε ορισμένες ανεπίσημες ή διαλεκτικές χρήσεις, αλλά τα πρότυπα αγγλικά συνήθως χρησιμοποιούν burst στον παρελθόντα χρόνο.
Τι σημαίνει burst into tears;
Burst into tears σημαίνει να ξεσπά κάποιος ξαφνικά σε κλάματα επειδή δεν μπορεί πια να συγκρατήσει το συναίσθημα.
Τι σημαίνει burst out laughing;
Burst out laughing σημαίνει να ξεσπά κάποιος ξαφνικά και δυνατά σε γέλια.
Τι είναι το burst ως ουσιαστικό;
Το burst είναι μια σύντομη και ξαφνική εκτόνωση ή συμβάν, όπως ξέσπασμα ταχύτητας, γέλιου, βροχής, χρώματος, παράσιτων ή πυροβολισμών.
Μπορεί το burst να είναι επίθετο;
Ναι. Ένα burst pipe, tire, seam ή balloon έχει ανοίξει ξαφνικά, συνήθως από πίεση.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε burst και explode;
Το explode τονίζει μια βίαιη έκρηξη. Το burst μπορεί να σημαίνει αυτό, αλλά καλύπτει επίσης σκάσιμο, ορμητική εμφάνιση και συναισθηματικό ξέσπασμα.
Ποια είναι συνηθισμένα συνώνυμα του burst;
Συνηθισμένα συνώνυμα είναι rupture, split, explode, pop, erupt, surge, outburst και flare.
Comments & contributions
Know this word from another angle? Add a correction, a nuance, or a usage note. New posts go public after a quick review.